εναραρίσκω

εναραρίσκω
ἐναραρίσκω (Α)
εναρμόζω, προσαρτώ, προσαρμόζω («στειλειόν... εὖ ἐναρηρός» — στειλιάρι καλά προσαρμοσμένο, Όμ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἐναρηρότα — ἐναραρίσκω fit perf part act neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic aeolic) ἐναραρίσκω fit perf part act masc acc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάρηρε — ἐναραρίσκω fit perf imperat act 2nd sg (epic ionic) ἐναραρίσκω fit perf ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάρσαι — ἐναραρίσκω fit aor inf act ἐνάρσαῑ , ἐναραρίσκω fit aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναρηρυῖα — ἐναραρίσκω fit perf part act fem nom/voc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναρηρέναι — ἐναραρίσκω fit perf inf act (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναρηρός — ἐναραρίσκω fit perf part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναρηρότες — ἐναραρίσκω fit perf part act masc nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναρηρώς — ἐναραρίσκω fit perf part act masc nom/voc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναρήρῃ — ἐναραρίσκω fit perf subj act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνῆρσεν — ἐναραρίσκω fit aor ind act 3rd sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”